αναδιοργανώνω


αναδιοργανώνω
αναδιοργανώνω, αναδιοργάνωσα βλ. πίν. 3

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναδιοργανώνω — διοργανώνω εκ νέου, τροποποιώ την υπάρχουσα οργάνωση προς το καλύτερο, οργανώνω σε νέες βάσεις, ανασυγκροτώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα * + διοργανώνω. ΠΑΡ. αναδιοργάνωση, αναδιοργανωτικός, αναδιοργάνωτος. Η λ. αναδιοργανώ ( όω), ούμαι,… …   Dictionary of Greek

  • αναδιοργανώνω — [анадиорганоно] р. реорганизовывать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αναδιοργανώνω — ωσα, ώθηκα, ωμένος, ξαναοργανώνω, ταχτοποιώ κάτι με νέο και καλύτερο τρόπο: Η κυβέρνηση αποφάσισε να αναδιοργανώσει την οικονομία της χώρας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναδιοργάνωση — η [αναδιοργανώνω] διοργάνωση σε νέες βάσεις, βελτίωση τής διοργανώσεως, ανασυγκρότηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < αναδιοργανώνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1852 στον δημοσιογράφο Παναγιώτη Χαλκιόπουλο] …   Dictionary of Greek

  • αναδιοργανωτικός — ή, ό [αναδιοργανώνω] αυτός που αναφέρεται στην αναδιοργάνωση ή ο ικανός, ο κατάλληλος γι’ αυτήν. [ΕΤΥΜΟΛ. < αναδιοργανώνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1876 στην εφημερίδα Ασμοδαίος] …   Dictionary of Greek

  • αναδιοργάνωτος — η, ο αυτός που δεν αναδιοργανώθηκε ή δεν είναι δυνατόν να αναδιοργανωθεί. [ΕΤΥΜΟΛ. < αναδιοργανώνω. Η στερ. σημασία προήλθε από τον αναβιβασμό τού τόνου] …   Dictionary of Greek

  • ανανεώνω — (Μ ἀνανεώνω) και ἀνανεῶ ( όω) (Α ἀνανεῶ) (Ν και ανανιώνω, Α ἀνανεοῡμαι, όομαι) κάνω κάτι πάλι νέο, τού ξαναδίνω ισχύ, τό επαναλαμβάνω εκ νέου νεοελλ. 1. κάνω κάτι πάλι καινούργιο, τό παρουσιάζω με βελτιωμένη μορφή, φρεσκάρω 2. αντικαθιστώ κάτι… …   Dictionary of Greek

  • ανασυγκροτώ — συγκροτώ εκ νέου, αναδιοργανώνω, ανασυνθέτω, ανορθώνω …   Dictionary of Greek

  • μεταρρυθμίζω — (ΑΜ μεταρρυθμίζω) μεταβάλλω τον ρυθμό, τη μορφή, το σχήμα ή την τάξη, μετασχηματίζω, τροποποιώ, αναπλάθω, αναδιοργανώνω, αναμορφώνω (α. «οἱ παραλαβόντες διδαχῇ παρὰ Φοινίκων τὰ γράμματα, μεταρρυθμίσαντες σφέων ὀλίγα», Ηρόδ. β. «μεταρρυθμίζω την… …   Dictionary of Greek

  • αναδομώ — ( είς, εί κτλ.), αναδόμησα, αναδομήθηκα, αναδομημένος, ξαναχτίζω, ανασχηματίζω, αναδιαρθρώνω, αναδιοργανώνω. Ουσ. αναδόμηση, η …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)